ἀμαρεῖν

ἀμαρεῖν
Grammatical information: v.
Meaning: ἀκολουθεῖν, πείθεσθαι, ἁμαρτάνειν H.
Origin: IE [Indo-European]X [probably] Gr.
Etymology: The last explanation of the gloss can hardly be reconciled with the first; they should be separated. One compares Άμαριος, epithet of Zeus and Athena in Achaia (Aymard, Mél. Navarre 455-470); the word might mean `who brings together', cf. Όμᾱγυριος. Further one compares ἁμαρτῆ, ὁμαρτέω and ὅμηρος, s. s.vv.
Page in Frisk: 1,86-87

Greek-English etymological dictionary (Ελληνικά-Αγγλικά ετυμολογική λεξικό). . 2010.

Look at other dictionaries:

  • Ομάριος — Ὁμάριος, ὁ (Α) προσωνυμία τού Διός. [ΕΤΥΜΟΛ. Η προσωνυμία Ὁμάριος αντιστοιχεί στον αρχαιότερο τ. Ἁμάριος, επίθ. τού Διός ως προστάτη τών συνεδριάσεων τής Αχαϊκής Ομοσπονδίας, που οι αρχαίοι ταύτιζαν με τον Ὁμαγύριο Δία. Τόσο η προσωνυμία Ἁμάριος… …   Dictionary of Greek

  • εφαμαρτώ — ἐφαμαρτῶ, έω (Α) εφομαρτώ*. [ΕΤΥΜΟΛ. < επί + ἁμαρτώ «συγκεντρώνομαι» (< αμάρτυρο επίθ. *ἅμαρτος «συγκεντρωμένος» < ἁμαρεῖν «ακολουθείν, πείθεσθαι»)] …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.